Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handwritten
01
χειρόγραφος, γραμμένος με το χέρι
written by hand rather than typed or printed
Παραδείγματα
She received a handwritten letter from her friend that she treasured dearly.
Λάμβανε ένα χειρόγραφο γράμμα από τη φίλη της που το εκτιμούσε πολύ.
The recipe was written in her grandmother 's neat, handwritten script.
Η συνταγή ήταν γραμμένη με το τακτοποιημένο, χειρόγραφο γράμμα της γιαγιάς της.
Λεξικό Δέντρο
handwritten
hand
written



























