handwritten
hand
ˈhænd
hānd
wri
ˌrɪ
ri
tten
tən
tēn

Ορισμός και σημασία του "handwritten"στα αγγλικά

handwritten
01

χειρόγραφος, γραμμένος με το χέρι

written by hand rather than typed or printed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most handwritten
συγκριτικός βαθμός
more handwritten
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She received a handwritten letter from her friend that she treasured dearly. 

Λάμβανε ένα χειρόγραφο γράμμα από τη φίλη της που το εκτιμούσε πολύ.

Λεξικό Δέντρο

handwritten

hand

+

written

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store