Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Handshake
01
χειραψία, συμπίεση χεριού
an act of taking a person's hand and shaking it as a greeting or after having made an agreement with them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handshakes
Παραδείγματα
The two leaders exchanged a handshake after signing the agreement.
Οι δύο ηγέτες ανταλλάξουν μια χειραψία μετά την υπογραφή της συμφωνίας.
Λεξικό Δέντρο
handshake
hand
shake



























