Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Handkerchief
01
μαντήλι, χαρτομάντηλο
a square piece of cloth used for wiping the eyes or nose or as a costume accessory
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handkerchiefs



























