hammock
ham
hæm
hām
mock
mɒk
mok
hummock

Ορισμός και σημασία του "hammock"στα αγγλικά

01

κρεβάτι κούνια, κρεμαστό κρεβάτι

a type of bed made of a net or a large piece of cloth tied between two posts, trees, etc. in a way that it remains suspended and gently swings 
hammock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hammocks
02

μικρός φυσικός λόφος, λαγκαδάκι

a small natural hill 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store