Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hammock
01
κρεβάτι κούνια, κρεμαστό κρεβάτι
a type of bed made of a net or a large piece of cloth tied between two posts, trees, etc. in a way that it remains suspended and gently swings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hammocks
02
μικρός φυσικός λόφος, λαγκαδάκι
a small natural hill



























