Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ham
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The butcher sells a variety of hams, including smoked, honey-glazed, and spiral-cut options.
Ο κρεοπώλης πουλάει μια ποικιλία από ζαμπόν, συμπεριλαμβανομένων καπνιστών, με γλάσο μέλι και κομμένων σε σπείρα.
02
ηθοποιός με υπερβολικό θεατρικό στυλ, ιστρίωνας
an actor with an exaggerated theatrical style
03
άδεια ερασιτέχνης ραδιοφωνικός χειριστής, ερασιτέχνης ραδιοφωνικός
a licensed amateur radio operator
04
Χαμ, ο γιος του Νώε Χαμ
(Old Testament) son of Noah
to ham
01
υπερτονίζω την ερμηνεία μου, υπερβάλλω στην υποκριτική μου
exaggerate one's acting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ham
γ΄ ενικό πρόσωπο
hams
ενεστώτα μετοχή
hamming
απλός αόριστος
hammed
παθητική μετοχή
hammed



























