ham
ham
hæm
hām
haram

Ορισμός και σημασία του "ham"στα αγγλικά

01

ζαμπόν, μπούτι χοιρινό

a type of meat cut from a pig's thigh, usually smoked or salted 
ham definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hams
Παραδείγματα
He diced the leftover ham and used it to make a flavorful fried rice. 

Έκοψε σε κυβάκια το υπόλοιπο ζαμπόν και το χρησιμοποίησε για να φτιάξει ένα γευστικό τηγανητό ρύζι.

02

ηθοποιός με υπερβολικό θεατρικό στυλ, ιστρίωνας

an actor with an exaggerated theatrical style 
03

άδεια ερασιτέχνης ραδιοφωνικός χειριστής, ερασιτέχνης ραδιοφωνικός

a licensed amateur radio operator 
04

Χαμ, ο γιος του Νώε Χαμ

(Old Testament) son of Noah 
to ham
01

υπερτονίζω την ερμηνεία μου, υπερβάλλω στην υποκριτική μου

exaggerate one's acting 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ham
γ΄ ενικό πρόσωπο
hams
ενεστώτα μετοχή
hamming
απλός αόριστος
hammed
παθητική μετοχή
hammed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store