Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to halve
01
διχοτομώ, χωρίζω στα δύο
to divide something into two equal or nearly equal parts
Transitive: to halve sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
halve
γ΄ ενικό πρόσωπο
halves
ενεστώτα μετοχή
halving
απλός αόριστος
halved
παθητική μετοχή
halved
Παραδείγματα
She decided to halve the recipe since she was cooking for only two people.
Αποφάσισε να διχοτομήσει τη συνταγή αφού μαγείρευε μόνο για δύο άτομα.



























