Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hallow
01
αγιάζω, αφιερώνω
to make something sacred through religious ceremonies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hallow
γ΄ ενικό πρόσωπο
hallows
ενεστώτα μετοχή
hallowing
απλός αόριστος
hallowed
παθητική μετοχή
hallowed
Παραδείγματα
The religious leader guided the congregation in prayers to hollow the newly constructed shrine.
Ο θρησκευτικός ηγέτης οδήγησε την εκκλησία σε προσευχές για να αγιάσει το νεόκτιστο ιερό.
Λεξικό Δέντρο
hallowed
unhallow
hallow



























