halibut
ha
ˈhæ
li
li
but
bət
bēt
holibut

Ορισμός και σημασία του "halibut"στα αγγλικά

01

ιππόγλωσσος, μεγάλο θαλάσσιο ψάρι

a large marine flatfish that is eaten as food, especially on Catholic holy days 
halibut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
halibuts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store