Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Halibut
01
ιππόγλωσσος, μεγάλο θαλάσσιο ψάρι
a large marine flatfish that is eaten as food, especially on Catholic holy days
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
halibuts



























