halfhearted
Pronunciation
/ˈhæfˌhɑɹtɪd/
half-hearted

Ορισμός και σημασία του "halfhearted"στα αγγλικά

halfhearted
01

απρόθυμος, χωρίς ενθουσιασμό

lacking enthusiasm, commitment, or energy
halfhearted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most halfhearted
συγκριτικός βαθμός
more halfhearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project suffered due to his halfhearted approach to the work.
Το έργο υπέφερε λόγω της μισοκαρδικής του προσέγγισης στη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store