Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
halfhearted
01
απρόθυμος, χωρίς ενθουσιασμό
lacking enthusiasm, commitment, or energy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most halfhearted
συγκριτικός βαθμός
more halfhearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project suffered due to his halfhearted approach to the work.
Το έργο υπέφερε λόγω της μισοκαρδικής του προσέγγισης στη δουλειά.



























