Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hake
01
βακαλάος, μεγάλο θαλασσινό ψάρι τροφής
any large marine food fish that is related to the Atlantic cod
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hakes
02
μια χοντρή, επίπεδη βούρτσα συνήθως κατασκευασμένη από τρίχες κατσικιού
a thick, flat brush typically made from goat hair bristles
03
βακαλάος, άπαχο κρέας ψαριού παρόμοιου με μπακαλιάρο
the lean flesh of a fish similar to cod



























