haiku
hai
ˈhaɪ
χαι
ku
ku:
κου

Ορισμός και σημασία του "haiku"στα αγγλικά

01

χαϊκού, ποίημα χαϊκού

a Japanese poem with three unrhymed lines that have five, seven and five syllables each 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
haikus
Παραδείγματα
She wrote a haiku about the changing seasons. 

Έγραψε ένα χαϊκού για τις αλλαγές των εποχών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store