haggard
Pronunciation
/ˈhæɡɝd/

Ορισμός και σημασία του "haggard"στα αγγλικά

01

εξουθενωμένος, κουρασμένος

looking extremely tired, often due to stress, illness, or lack of sleep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most haggard
συγκριτικός βαθμός
more haggard
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The soldiers returned from battle looking haggard and drained.
Οι στρατιώτες επέστρεψαν από τη μάχη φαινόμενοι εξουθενωμένοι και κουρασμένοι.
02

εξαθλιωμένος, αδύνατος

very thin especially from disease or hunger or cold

Λεξικό Δέντρο

haggardly
haggard
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store