haggard
ha
ˈhæ
ggard
gəd
gēd
laggard

Ορισμός και σημασία του "haggard"στα αγγλικά

01

εξουθενωμένος, κουρασμένος

looking extremely tired, often due to stress, illness, or lack of sleep 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most haggard
συγκριτικός βαθμός
more haggard
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After days without sleep, he looked haggard and pale. 

Μετά από μέρες χωρίς ύπνο, φαινόταν κουρασμένος και χλωμός.

02

εξαθλιωμένος, αδύνατος

very thin especially from disease or hunger or cold 

Λεξικό Δέντρο

haggardly
haggard
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store