Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hack on
01
δουλεύω πάνω σε, πειραματίζομαι με
to work on a project, often related to technology, typically in an informal or experimental manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
hack
ενεστώτας
hack on
γ΄ ενικό πρόσωπο
hacks on
ενεστώτα μετοχή
hacking on
απλός αόριστος
hacked on
παθητική μετοχή
hacked on
Παραδείγματα
She spent the weekend hacking on her new app idea.
Πέρασε το σαββατοκύριακο δουλεύοντας πάνω στη νέα της ιδέα εφαρμογής.
LanGeek



























