Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hack-driver
01
οδηγός ταξί, ταξιτζής
someone who drives a taxi for a living
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hack-drivers



























