to antiquate
an
ˈæn
ān
tiq
tɪk
tik
uate
weɪt
veit

Ορισμός και σημασία του "antiquate"στα αγγλικά

to antiquate
01

παλαιώνω, δίνω μια παλιά εμφάνιση

to give an old look to something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
antiquate
γ΄ ενικό πρόσωπο
antiquates
ενεστώτα μετοχή
antiquating
απλός αόριστος
antiquated
παθητική μετοχή
antiquated
Παραδείγματα
He decided to antiquate the wooden dresser to give it a rustic look. 

Αποφάσισε να παλιώσει το ξύλινο ντουλάπι για να του δώσει μια ρουστίκ εμφάνιση.

02

παρωχώ, κάνω παλαιωμένο

to cause to seem old-fashioned or not acceptable for modern times by introducing something newer or better 
Παραδείγματα
The invention of smartphones has antiquated traditional landline telephones. 

Η εφεύρεση των smartphone έχει παρωχημένο τα παραδοσιακά σταθερά τηλέφωνα.

Λεξικό Δέντρο

antiquated
antiquate
antique
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store