Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to antiquate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
antiquate
γ΄ ενικό πρόσωπο
antiquates
ενεστώτα μετοχή
antiquating
απλός αόριστος
antiquated
παθητική μετοχή
antiquated
Παραδείγματα
He decided to antiquate the wooden dresser to give it a rustic look.
Αποφάσισε να παλιώσει το ξύλινο ντουλάπι για να του δώσει μια ρουστίκ εμφάνιση.
02
παρωχώ, κάνω παλαιωμένο
to cause to seem old-fashioned or not acceptable for modern times by introducing something newer or better
Παραδείγματα
The invention of smartphones has antiquated traditional landline telephones.
Η εφεύρεση των smartphone έχει παρωχημένο τα παραδοσιακά σταθερά τηλέφωνα.
Λεξικό Δέντρο
antiquated
antiquate
antique



























