antipyretic
an
ˌæn
ān
ti
ti
ti
py
paɪ
pai
re
ˈrɛ
re
tic
tɪk
tik
inaestheticaposiopeticatmosphericabiogenetic

Ορισμός και σημασία του "antipyretic"στα αγγλικά

01

αντιπυρετικό, πυρετοκαθαιρικό

a medication that reduces fever by lowering body temperature 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
antipyretics
Παραδείγματα
Children's ibuprofen is an effective antipyretic for managing fevers in kids. 

Η παιδική ιβουπροφαίνη είναι ένα αποτελεσματικό αντιπυρετικό για τη διαχείριση του πυρετού στα παιδιά.

antipyretic
01

αντιπυρετικός, πυρετοκατασταλτικός

reducing or preventing fever 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, health
Παραδείγματα
Paracetamol has strong antipyretic properties. 

Το παρακεταμόλη έχει ισχυρές αντιπυρετικές ιδιότητες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

antipyretic
antipyret
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store