Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gutter
01
αυλάκι στέγης, υδρορροή
an open pipe that is attached beneath the edge of a building roof and carries rainwater away
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gutters
Παραδείγματα
The gutter along the roofline prevented rainwater from dripping onto the walkway below.
Ο αυλάκια κατά μήκος της γραμμής της στέγης απέτρεπε τη βροχή από το να στάζει στο πεζοδρόμιο από κάτω.
02
εργαλείο για εντόσθιασμα, μαχαίρι για εντόσθιασμα
a tool for gutting fish
03
εξαρθρωτής, καθαριστής
a worker who guts things (fish or buildings or cars etc.)
04
ατυχία, γούνα
misfortune resulting in lost effort or money
05
ράχη, εσωτερικό περιθώριο
the inside margins of a book, where the pages are bound together
06
αυλάκι, υδρορροή
a shallow channel at the edge of a road that collects and carries away rainwater
Παραδείγματα
The car splashed water from the gutter as it drove by quickly.
Το αυτοκίνητο πετάχτηκε νερό από τον αυλάκι καθώς περνούσε γρήγορα.
to gutter
01
εξοπλίζω με υδρορροές, προμηθεύω με υδρορροές
provide with gutters
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
gutters
ενεστώτα μετοχή
guttering
απλός αόριστος
guttered
παθητική μετοχή
guttered
02
καταξεώνω σχηματίζοντας υδρορροές, κόβω σε σχήμα υδρορροής
wear or cut gutters into
03
ρέω, στάζω
flow in small streams
04
τρεμοπαίζω, καίω αμυδρά
burn unsteadily, feebly, or low; flicker



























