gutter
gu
ˈgʌ
ga
tter
butter

Ορισμός και σημασία του "gutter"στα αγγλικά

01

αυλάκι στέγης, υδρορροή

an open pipe that is attached beneath the edge of a building roof and carries rainwater away 
gutter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gutters
Παραδείγματα
The gutter along the roofline prevented rainwater from dripping onto the walkway below. 

Ο αυλάκια κατά μήκος της γραμμής της στέγης απέτρεπε τη βροχή από το να στάζει στο πεζοδρόμιο από κάτω.

02

εργαλείο για εντόσθιασμα, μαχαίρι για εντόσθιασμα

a tool for gutting fish 
03

εξαρθρωτής, καθαριστής

a worker who guts things (fish or buildings or cars etc.) 
04

ατυχία, γούνα

misfortune resulting in lost effort or money 
05

ράχη, εσωτερικό περιθώριο

the inside margins of a book, where the pages are bound together 
06

αυλάκι, υδρορροή

a shallow channel at the edge of a road that collects and carries away rainwater 
Παραδείγματα
The car splashed water from the gutter as it drove by quickly. 

Το αυτοκίνητο πετάχτηκε νερό από τον αυλάκι καθώς περνούσε γρήγορα.

to gutter
01

εξοπλίζω με υδρορροές, προμηθεύω με υδρορροές

provide with gutters 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gutter
γ΄ ενικό πρόσωπο
gutters
ενεστώτα μετοχή
guttering
απλός αόριστος
guttered
παθητική μετοχή
guttered
02

καταξεώνω σχηματίζοντας υδρορροές, κόβω σε σχήμα υδρορροής

wear or cut gutters into 
03

ρέω, στάζω

flow in small streams 
04

τρεμοπαίζω, καίω αμυδρά

burn unsteadily, feebly, or low; flicker 

Λεξικό Δέντρο

gutter
gut
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store