gusto
gus
ˈgʌs
gas
to
təʊ
tew

Ορισμός και σημασία του "gusto"στα αγγλικά

01

ενθουσιασμός, ευχαρίστηση

a strong and enthusiastic enjoyment or excitement in doing something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She ate the cake with great gusto, savoring every bite. 

Έφαγε το κέικ με μεγάλη ενθουσιασμό, απολαμβάνοντας κάθε δαγκωνιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store