guiltily
guil
ˈgɪl
γκιλ
ti
τι
ly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "guiltily"στα αγγλικά

01

ενοχικά, με τύψεις

in a manner that reflects a sense of wrongdoing or being at fault 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He smiled guiltily after being caught sneaking a cookie. 

Χαμογέλασε ένοχα αφού πιάστηκε να κλέβει ένα μπισκότο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

guiltily
guilty
guilt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store