guileless
guile
ˈgaɪ
gai
less
ləs
lēs
guiltless

Ορισμός και σημασία του "guileless"στα αγγλικά

01

αθώος, ειλικρινής

sincere and free from deceit 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most guileless
συγκριτικός βαθμός
more guileless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, behavior, trust
Παραδείγματα
Her guileless smile made everyone feel at ease. 

Το απλό χαμόγελό της έκανε όλους να νιώθουν άνετα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

guileless
guile
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store