Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guiding
01
καθοδηγητικός, κατευθυντικός
exerting control, direction, or influence over people, actions, or events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most guiding
συγκριτικός βαθμός
more guiding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her guiding hand shaped the outcome of the project.
Το καθοδηγητικό της χέρι διαμόρφωσε το αποτέλεσμα του έργου.
02
καθοδηγητικός, οδηγός
showing the way or leading someone along a path, route, or process
Παραδείγματα
The guiding lights led the ships safely to harbor.
Τα φώτα καθοδήγησης οδήγησαν τα πλοία με ασφάλεια στο λιμάνι.
Λεξικό Δέντρο
guiding
guide



























