Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guiding
01
καθοδηγητικός, κατευθυντικός
exerting control, direction, or influence over people, actions, or events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most guiding
συγκριτικός βαθμός
more guiding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The policy served as a guiding framework for decisions.
Η πολιτική χρησίμευσε ως καθοδηγητικό πλαίσιο για αποφάσεις.
02
καθοδηγητικός, οδηγός
showing the way or leading someone along a path, route, or process
Παραδείγματα
The guiding lines on the map indicated the safest route.
Οι καθοδηγητικές γραμμές στον χάρτη έδειχναν την πιο ασφαλή διαδρομή.
Λεξικό Δέντρο
guiding
guide



























