guiding
gui
ˈgaɪ
gai
ding
dɪng
ding
gliding

Ορισμός και σημασία του "guiding"στα αγγλικά

01

καθοδηγητικός, κατευθυντικός

exerting control, direction, or influence over people, actions, or events 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most guiding
συγκριτικός βαθμός
more guiding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her guiding hand shaped the outcome of the project. 

Το καθοδηγητικό της χέρι διαμόρφωσε το αποτέλεσμα του έργου.

02

καθοδηγητικός, οδηγός

showing the way or leading someone along a path, route, or process 
Παραδείγματα
The guiding lights led the ships safely to harbor. 

Τα φώτα καθοδήγησης οδήγησαν τα πλοία με ασφάλεια στο λιμάνι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store