guidepost
guide
ˈgaɪd
gaid
post
pəʊst
pewst

Ορισμός και σημασία του "guidepost"στα αγγλικά

01

κατευθυντική αρχή, κανόνας συμπεριφοράς

a rule or principle that provides guidance to appropriate behavior 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
guideposts
02

οδικός δείκτης, στήλη κατεύθυνσης

a post displaying a sign that indicates a direction or route 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

guidepost

guide

+

post

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store