Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Guesswork
Παραδείγματα
His prediction about the stock market was based more on guesswork than on actual analysis.
Η πρόβλεψή του για τη χρηματιστηριακή αγορά βασίστηκε περισσότερο σε εικασίες παρά σε πραγματική ανάλυση.
02
εικασία, υπόθεση
an answer, estimate, or conclusion derived from guessing rather than certainty
Παραδείγματα
Her solution was guesswork, awaiting confirmation.
Η λύση της ήταν εικασία, που περίμενε επιβεβαίωση.
Λεξικό Δέντρο
guesswork
guess
work



























