Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Guernsey
01
Γκέρνσεϊ, ράτσα αγελάδας Γκέρνσεϊ
a breed of dairy cow that is red and white in color, originally from Guernsey in Channel Islands
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Guernseys
02
Γκέρνσεϊ, το νησί Γκέρνσεϊ
a Channel Island to the northwest of Jersey



























