guava
gua
ˈgwɑ:
γκουα
va
βα
guama

Ορισμός και σημασία του "guava"στα αγγλικά

01

γκουάβα, φρούτο γκουάβα

a tropical fruit with pink juicy flesh, native to Mexico and Central America 
guava definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
guavas
Παραδείγματα
I enjoyed a ripe guava as a quick and healthy snack. 

Απόλαυσα ένα ώριμο γκουάβα ως ένα γρήγορο και υγιεινό σνακ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store