Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grownup
01
ενήλικας, μεγάλος
(used by children or when talking to them) an adult who is fully matured and responsible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grownups
Παραδείγματα
Despite the challenges, embracing the role of a grownup can lead to personal growth and fulfillment.
Παρά τις προκλήσεις, η αποδοχή του ρόλου ενός ενήλικα μπορεί να οδηγήσει σε προσωπική ανάπτυξη και εκπλήρωση.
grownup
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grownup
συγκριτικός βαθμός
more grownup
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The grownup leader of the team demonstrated accountability and a strong work ethic.
Ο ενήλικας αρχηγός της ομάδας επέδειξε ευθύνη και ισχυρή εργασιακή ηθική.



























