Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grownup
01
ενήλικας, μεγάλος
(used by children or when talking to them) an adult who is fully matured and responsible
Παραδείγματα
Despite the challenges, embracing the role of a grownup can lead to personal growth and fulfillment.
Παρά τις προκλήσεις, η αποδοχή του ρόλου ενός ενήλικα μπορεί να οδηγήσει σε προσωπική ανάπτυξη και εκπλήρωση.



























