Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to growl
01
γρυλίζω, μουγκρίζω
(of animals, particularly dogs) to make a rumbling sound from the throat as a sign of warning
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
growl
γ΄ ενικό πρόσωπο
growls
ενεστώτα μετοχή
growing
απλός αόριστος
growled
παθητική μετοχή
growled
Παραδείγματα
The lion growled, asserting dominance over the pride.
Το λιοντάρι γκρίνιαξε, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία του πάνω στην αγέλη.
02
γρυλίζω, μουρμουρίζω
to speak in a low, guttural voice, often indicating anger, irritation, or frustration
Παραδείγματα
He suddenly growled at her, his patience wearing thin.
Ξαφνικά της γρύλισε, η υπομονή του φθίνει.
Growl
01
γρύλισμα, βρυχηθμός
a low, guttural sound made by an animal, typically to express anger, threat, or warning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
growls
Παραδείγματα
The puppy 's growl indicated it was scared.
Το γρύλισμα του κουταβιού έδειχνε ότι ήταν φοβισμένο.
Λεξικό Δέντρο
growler
growling
growl



























