Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grovel
01
σέρνομαι, ταπεινώνομαι
to behave in a submissive or abject manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grovel
γ΄ ενικό πρόσωπο
grovels
ενεστώτα μετοχή
grovelling
απλός αόριστος
grovelled
παθητική μετοχή
grovelled
Παραδείγματα
The employee grovels before his boss, begging for a second chance.
Ο εργαζόμενος σέρνεται μπροστά στο αφεντικό του, ικετεύοντας για μια δεύτερη ευκαιρία.
Λεξικό Δέντρο
groveler
groveling
groveller
grovel



























