Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grovel
01
σέρνομαι, ταπεινώνομαι
to behave in a submissive or abject manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grovel
γ΄ ενικό πρόσωπο
grovels
ενεστώτα μετοχή
grovelling
απλός αόριστος
grovelled
παθητική μετοχή
grovelled
Παραδείγματα
If he continues to grovel, he will lose the respect of his colleagues.
Αν συνεχίσει να γλείφει, θα χάσει το σεβασμό των συναδέλφων του.
Λεξικό Δέντρο
groveler
groveling
groveller
grovel



























