to grovel
gro
ˈgrɒ
γκρο
vel
vəl
βαλ
gravel

Ορισμός και σημασία του "grovel"στα αγγλικά

to grovel
01

σέρνομαι, ταπεινώνομαι

to behave in a submissive or abject manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grovel
γ΄ ενικό πρόσωπο
grovels
ενεστώτα μετοχή
grovelling
απλός αόριστος
grovelled
παθητική μετοχή
grovelled
Παραδείγματα
The employee grovels before his boss, begging for a second chance. 

Ο εργαζόμενος σέρνεται μπροστά στο αφεντικό του, ικετεύοντας για μια δεύτερη ευκαιρία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

groveler
groveling
groveller
grovel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store