Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grouse
01
αγριόγαλος, ορτύκι
a game bird with a fat body and feathered legs that cannot fly and has brownish red plumage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grouse
Παραδείγματα
The hunters trekked through the dense forest, hoping to spot a grouse among the underbrush.
Οι κυνηγοί περπάτησαν μέσα από το πυκνό δάσος, ελπίζοντας να εντοπίσουν ένα αγριόκοτα ανάμεσα στους θάμνους.
02
κρέας αγριόκοτας, κρέας πέρδικας
the meat of a grouse, used as food
Παραδείγματα
She prepared a roast grouse with herbs and garlic.
Εκείνη ετοίμασε ένα ψητό αγριόκοτα με βότανα και σκόρδο.
03
παράπονο, γκρίνια
a complaint about something, often expressed in a grumbling manner
Παραδείγματα
His main grouse was about the long wait times.
Το κύριο παράπονό του αφορούσε τους μεγάλους χρόνους αναμονής.
to grouse
01
γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι
to express dissatisfaction or injustice about something
Intransitive: to grouse sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grouse
γ΄ ενικό πρόσωπο
grouses
ενεστώτα μετοχή
grousing
απλός αόριστος
groused
παθητική μετοχή
groused
Παραδείγματα
Despite the improvements, employees continued to grouse about the working conditions.
Παρά τις βελτιώσεις, οι εργαζόμενοι συνέχισαν να διαμαρτύρονται για τις συνθήκες εργασίας.
02
κυνηγώ αγριόκοτα, πάω για κυνήγι αγριοπούλιου
to hunt a type of game bird typically found in wooded and moorland areas
Intransitive
Παραδείγματα
Every autumn, hunters gather in the countryside to grouse for sport and recreation.
Κάθε φθινόπωρο, οι κυνηγοί συγκεντρώνονται στην ύπαιθρο για να κυνηγήσουν αγριόκοτα για αθλητισμό και αναψυχή.



























