Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grotto
01
σπήλαιο, τεχνητή σπηλιά
a small, often artificial, cave-like structure or enclosed space that is designed for aesthetic or functional purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grottoes



























