Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gross out
01
αηδιάζω, προκαλώ αηδία
to make someone feel disgusted or repelled by something unpleasant
Transitive: to gross out sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
gross
ενεστώτας
gross out
γ΄ ενικό πρόσωπο
grosses out
ενεστώτα μετοχή
grossing out
απλός αόριστος
grossed out
παθητική μετοχή
grossed out
Παραδείγματα
The messy state of the bathroom grossed out the guests.
Η ακαταστασία του μπάνιου αηδίασε τους επισκέπτες.
02
αηδιάζω, προκαλώ αηδία
to disgust someone, especially with something vulgar or offensive
Transitive: to gross out sb
Παραδείγματα
The disgusting behavior of the bullies has grossed out many students.
Η αηδιαστική συμπεριφορά των νταήδων αηδίασε πολλούς μαθητές.



























