Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gross out
01
αηδιάζω, προκαλώ αηδία
to make someone feel disgusted or repelled by something unpleasant
Transitive: to gross out sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
gross
ενεστώτας
gross out
γ΄ ενικό πρόσωπο
grosses out
ενεστώτα μετοχή
grossing out
απλός αόριστος
grossed out
παθητική μετοχή
grossed out
Παραδείγματα
Seeing the spoiled leftovers in the fridge grossed out my roommate.
Το να δω τα χαλασμένα απομεινάρια στο ψυγείο αηδίασε τον συγκάτοικό μου.
02
αηδιάζω, προκαλώ αηδία
to disgust someone, especially with something vulgar or offensive
Transitive: to gross out sb
Παραδείγματα
The graphic content in the TV show is grossing out the audience.
Το γραφικό περιεχόμενο στην τηλεοπτική εκπομπή προκαλεί αηδία στο κοινό.



























