Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gringo
01
ένας υποτιμητικός λατινοαμερικανικός όρος για τους ξένους (ειδικά Αμερικανούς και Άγγλους), γκρίνγκο (υποτιμητικός όρος)
a Latin American (disparaging) term for foreigners (especially Americans and Englishmen)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gringos



























