Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grimly
01
ζοφερά, μελαγχολικά
in a serious, bleak, or depressing way
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
"We've lost the case," she said grimly.
"Χάσαμε την υπόθεση," είπε βλοσυρά.
Λεξικό Δέντρο
grimly
grim



























