Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grillwork
01
σιδερένιο πλέγμα, κλιμακοστάσιο
a framework of metal bars used as a partition or a grate
02
σχάρα, μεταλλικό πλέγμα
mesh netting made of wires
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grillworks
Λεξικό Δέντρο
grillwork
grill
work



























