Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Greengrocer
01
φρουτάς, λαχαναράς
a grocer who sells fresh fruits and vegetables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
greengrocers
Λεξικό Δέντρο
greengrocer
green
grocer



























