greenhouse
green
ˈgri:n
grin
house
haʊs
haws

Ορισμός και σημασία του "greenhouse"στα αγγλικά

01

θερμοκήπιο, γκρινχάους

a glass structure used for growing plants in and protecting them from cold weather 
greenhouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
greenhouses
Παραδείγματα
They built a greenhouse to grow vegetables year-round. 

Έχτισαν ένα θερμοκήπιο για να καλλιεργούν λαχανικά όλο το χρόνο.

greenhouse
01

θερμοκηπίου, σχετικός με το φαινόμενο του θερμοκηπίου

of or relating to or caused by the greenhouse effect 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
environment, climate, science

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

greenhouse

green

+

house

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store