Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Greenhouse
01
θερμοκήπιο, γκρινχάους
a glass structure used for growing plants in and protecting them from cold weather
Παραδείγματα
The school ’s greenhouse is used to teach students about botany.
Το θερμοκήπιο του σχολείου χρησιμοποιείται για τη διδασκαλία των μαθητών στη βοτανική.
greenhouse
01
θερμοκηπίου, σχετικός με το φαινόμενο του θερμοκηπίου
of or relating to or caused by the greenhouse effect
Λεξικό Δέντρο
greenhouse
green
house



























