greenhouse
Pronunciation
/ˈɡriːnˌhaʊs/

Ορισμός και σημασία του "greenhouse"στα αγγλικά

01

θερμοκήπιο, γκρινχάους

a glass structure used for growing plants in and protecting them from cold weather
greenhouse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
greenhouses
Παραδείγματα
The school ’s greenhouse is used to teach students about botany.
Το θερμοκήπιο του σχολείου χρησιμοποιείται για τη διδασκαλία των μαθητών στη βοτανική.
greenhouse
01

θερμοκηπίου, σχετικός με το φαινόμενο του θερμοκηπίου

of or relating to or caused by the greenhouse effect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store