Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
greek
01
ελληνικός, ελλαδικός
belonging or relating to Greece, its people, or its language
Παραδείγματα
The Greek architecture is admired for its grandeur and complexity.
Η ελληνική αρχιτεκτονική θαυμάζεται για τη μεγαλοπρέπεια και την πολυπλοκότητά της.
Greek
Παραδείγματα
Understanding Greek is necessary for his research in ancient history.
Η κατανόηση των Ελληνικών είναι απαραίτητη για την έρευνά του στην αρχαία ιστορία.
02
Έλληνας, Ελληνας
an individual of Greek nationality or heritage
Παραδείγματα
The Greek guided us on a hike to a beautiful seaside village.
Ο Έλληνας μας οδήγησε σε μια πεζοπορία προς ένα όμορφο παραθαλάσσιο χωριό.



























