to gravitate
gra
ˈgræ
grā
vi
vi
tate
ˌteɪt
teit

Ορισμός και σημασία του "gravitate"στα αγγλικά

to gravitate
01

έλκομαι από τη βαρύτητα, κινούμαι προς το κέντρο βάρους

to move or be drawn towards a center of gravity or mass, influenced by gravitational attraction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gravitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
gravitates
ενεστώτα μετοχή
gravitating
απλός αόριστος
gravitated
παθητική μετοχή
gravitated
Παραδείγματα
Objects in space gravitate towards each other due to their mutual gravitational pull. 

Τα αντικείμενα στο διάστημα έλκονται το ένα προς το άλλο λόγω της αμοιβαίας βαρυτικής έλξης τους.

02

έλκομαι από, κλίνω προς

be attracted to 
03

κινούμαι προς, έλκομαι προς

move toward 

Λεξικό Δέντρο

gravitation
gravitative
gravitate
gravit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store