Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gratify
01
ικανοποιώ, ευχαριστώ
to give a person happiness, fulfillment, or satisfaction
Transitive: to gratify sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gratify
γ΄ ενικό πρόσωπο
gratifies
ενεστώτα μετοχή
gratifying
απλός αόριστος
gratified
παθητική μετοχή
gratified
Παραδείγματα
The delicious meal gratified the hungry guests at the banquet.
Το νόστιμο γεύμα ικανοποίησε τους πεινασμένους καλεσμένους στο συμπόσιο.
02
ικανοποιώ, επαληθεύω
to fulfill or satisfy a desire, craving, or need
Transitive: to gratify a wish or desire
Παραδείγματα
The gift gratified her wish for a thoughtful and personal gesture.
Το δώρο ικανοποίησε την επιθυμία της για μια στοργική και προσωπική χειρονομία.
Λεξικό Δέντρο
gratified
gratifying
gratify



























