Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gratify
01
ικανοποιώ, ευχαριστώ
to give a person happiness, fulfillment, or satisfaction
Transitive: to gratify sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gratify
γ΄ ενικό πρόσωπο
gratifies
ενεστώτα μετοχή
gratifying
απλός αόριστος
gratified
παθητική μετοχή
gratified
Παραδείγματα
The surprise party was planned to gratify her on her birthday and make her feel special.
Το πάρτι έκπληξη σχεδιάστηκε για να ικανοποιήσει την στις γενέθλιές της και να την κάνει να νιώσει ξεχωριστή.
02
ικανοποιώ, επαληθεύω
to fulfill or satisfy a desire, craving, or need
Transitive: to gratify a wish or desire
Παραδείγματα
The rich dessert gratified her craving for something sweet.
Το πλούσιο επιδόρπιο ικανοποίησε την επιθυμία της για κάτι γλυκό.
Λεξικό Δέντρο
gratified
gratifying
gratify



























