Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grateful
01
ευγνώμων, ευγνώμονας
expressing or feeling appreciation for something received or experienced
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grateful
συγκριτικός βαθμός
more grateful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, social, evaluation
Παραδείγματα
She felt grateful for the support of her friends during tough times.
Αισθανόταν ευγνώμων για την υποστήριξη των φίλων της σε δύσκολες στιγμές.
02
ευγνώμων, ευτυχισμένος
affording comfort or pleasure
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gratefully
gratefulness
ungrateful
grateful



























