grantee
gran
grɑ:n
graan
tee
ˈti:
ti
grandee

Ορισμός και σημασία του "grantee"στα αγγλικά

01

δικαιούχος, παραλήπτης επιχορήγησης

an individual, organization, or other entity that receives funds or other resources through agreement or contract 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grantees
Παραδείγματα
The local homeless shelter was approved as the grantee for a $50,000 grant to fund their job training program. 

Το τοπικό καταφύγιο αστέγων εγκρίθηκε ως ο δικαιούχος μιας επιχορήγησης 50.000 δολαρίων για τη χρηματοδότηση του προγράμματος επαγγελματικής τους κατάρτισης.

02

δικαιούχος, εκχωρησιούχος

someone to whom the title of property is transferred 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store