grandeur
grand
ˈgrænd
γκραινντ
eur
γα
raconteurvelourvoyeuramour

Ορισμός και σημασία του "grandeur"στα αγγλικά

01

μεγαλείο

the striking magnificence or impressive beauty of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The royal wedding was an event of unparalleled grandeur, attracting attention from around the world. 

Ο βασιλικός γάμος ήταν μια εκδήλωση ασύγκριτης μεγαλοπρέπειας, που τράβηξε την προσοχή από όλο τον κόσμο.

02

μεγαλείο, ευγένεια

the greatness and elevation of thought, character, or moral conduct 
Παραδείγματα
The leader's speeches, marked by vision and integrity, embodied the grandeur of elevated thought and ambition. 

Οι ομιλίες του ηγέτη, που χαρακτηρίζονταν από όραμα και ακεραιότητα, ενσάρκωναν τη μεγαλοπρέπεια της υψηλής σκέψης και φιλοδοξίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store