grammatical
gra
grə
grē
mma
ˈmæ
ti
ti
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "grammatical"στα αγγλικά

grammatical
01

γραμματικός, σύμφωνος με τους κανόνες της γραμματικής

following the standard rules of the grammar properly 
grammatical definition and meaning
Παραδείγματα
He made several grammatical errors in his essay, which affected the overall clarity of his arguments. 

Έκανε πολλά γραμματικά λάθη στο δοκίμιό του, κάτι που επηρέασε τη συνολική σαφήνεια των επιχειρημάτων του.

02

γραμματικός, σχετικός με τη γραμματική

connected to the rules or the study of grammar 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
language, linguistics, education
Παραδείγματα
Writing with grammatical accuracy is essential for effective communication and clarity. 

Το γράψιμο με γραμματική ακρίβεια είναι απαραίτητο για την αποτελεσματική επικοινωνία και τη σαφήνεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

grammatically
ungrammatical
grammatical
grammar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store