Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antic
01
γελιοτοποιός, εκκεντρικός
behaving or acting in a way that is funny, energetic, or silly, it is usually annoying or strange
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most antic
συγκριτικός βαθμός
more antic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His antic dance moves made everyone laugh at the party.
Οι παράξενες χορευτικές του κινήσεις έκαναν όλους να γελάσουν στο πάρτι.
Antic
01
κλόουν, βαβουρισμός
a ridiculous, exaggerated, or bizarre action performed to entertain or amuse others, often in a playful or clownish way
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
antics
Παραδείγματα
The comedian's antic had the entire audience roaring with laughter.
Η κλόουν του κωμικού έκανε όλο το κοινό να γελά δυνατά.
02
αταξίες, ανοησίες
(plural) actions or behavior that are foolish, reckless, or disruptive, often creating risk or trouble
Παραδείγματα
The teacher warned the students to stop their antics before someone got hurt.
Ο δάσκαλος προειδοποίησε τους μαθητές να σταματήσουν τιςαταξίες τους πριν τραυματιστεί κάποιος.
to antic
01
κάνω τον κλόουν, συμπεριφέρομαι γελοία
to behave in a ridiculous or absurd manner, often for entertainment or amusement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
antic
γ΄ ενικό πρόσωπο
antics
ενεστώτα μετοχή
anticking
απλός αόριστος
anticked
παθητική μετοχή
anticked
Παραδείγματα
The clown antics around the circus ring, eliciting laughter from the audience.
Ο κλόουν κάνει αστεία γύρω από την αρένα του τσίρκου, προκαλώντας γέλια από το κοινό.



























