Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gown
01
φόρεμα, βραδινό φόρεμα
a woman's evening dress with a long height, worn on formal or special occasions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gowns
Παραδείγματα
The designer is famous for creating luxurious evening gowns.
Ο σχεδιαστής είναι διάσημος για τη δημιουργία πολυτελών βραδινών φορέματα.
02
ρόμπα, τόγα
a long, loose garment worn for formal, official, or ceremonial occasions
Παραδείγματα
Monks sometimes wear special gowns for religious rituals.
Οι μοναχοί φορούν μερικές φορές ειδικές ρόμπες για θρησκευτικές τελετές.
03
ράσα, προστατευτική ενδυμασία
a protective robe or garment worn by surgeons in operating rooms and other parts of hospitals to prevent contamination
04
νυχτικό, ρουχόκρεβατο
a long, flowing dress worn by women as a nightwear
05
η ρόμπα, τα μέλη του πανεπιστημίου
the members of a university as distinguished from the other residents of the town in which the university is located
to gown
01
φορώ φόρεμα, ντύνομαι με φόρεμα
dress in a gown
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gown
γ΄ ενικό πρόσωπο
gowns
ενεστώτα μετοχή
gowning
απλός αόριστος
gowned
παθητική μετοχή
gowned



























