Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Government note
01
χαρτονόμισμα, κρατικό χαρτονόμισμα
a piece of paper money (especially one issued by a central bank)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
government notes
LanGeek



























