goose
goose
gu:s
goos

Ορισμός και σημασία του "goose"στα αγγλικά

01

χήνα, χήνος

a waterbird with webbed feet, a long neck, and short beak, which is like a large duck 
goose definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
geese
Παραδείγματα
The goose waddled gracefully along the edge of the pond, its honks echoing across the water. 

Η χήνα περπάτησε κομψά κατά μήκος της άκρης της λίμνης, τα κακάρισμα της να αντηχεί πάνω από το νερό.

02

χήνα, κρέας χήνας

meat of a goose, eaten as food 
goose definition and meaning
Παραδείγματα
He roasted a plump goose for his family's Thanksgiving dinner. 

Ψησε μια παχιά χήνα για το δείπνο της Ημέρας των Ευχαριστιών της οικογένειάς του.

03

χήνα, ανόητος

a silly or foolish person 
goose definition and meaning
ανεπίσημο
Παραδείγματα
You big goose, why did you believe that prank call? 

Μεγάλη χήνα, γιατί πίστεψες εκείνο το τηλεφώνημα αστείου;

to goose
01

τσιμπώ τα γλουτά

pinch in the buttocks 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
goose
γ΄ ενικό πρόσωπο
gooses
ενεστώτα μετοχή
goosing
απλός αόριστος
goosed
παθητική μετοχή
goosed
02

δίνω μια ώθηση καυσίμου, εγχέω γρήγορα καύσιμο

give a spurt of fuel to 
03

προωθώ σε δράση, διεγείρω

prod into action 

Λεξικό Δέντρο

gooselike
goosey
goosy
goose
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store