Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
geese
Παραδείγματα
The goose waddled gracefully along the edge of the pond, its honks echoing across the water.
Η χήνα περπάτησε κομψά κατά μήκος της άκρης της λίμνης, τα κακάρισμα της να αντηχεί πάνω από το νερό.
Παραδείγματα
He roasted a plump goose for his family's Thanksgiving dinner.
Ψησε μια παχιά χήνα για το δείπνο της Ημέρας των Ευχαριστιών της οικογένειάς του.
03
χήνα, ανόητος
a silly or foolish person
ανεπίσημο
Παραδείγματα
You big goose, why did you believe that prank call?
Μεγάλη χήνα, γιατί πίστεψες εκείνο το τηλεφώνημα αστείου;
to goose
01
τσιμπώ τα γλουτά
pinch in the buttocks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
goose
γ΄ ενικό πρόσωπο
gooses
ενεστώτα μετοχή
goosing
απλός αόριστος
goosed
παθητική μετοχή
goosed
02
δίνω μια ώθηση καυσίμου, εγχέω γρήγορα καύσιμο
give a spurt of fuel to
03
προωθώ σε δράση, διεγείρω
prod into action
Λεξικό Δέντρο
gooselike
goosey
goosy
goose



























